Μονόγραμμα

 

4938~Abbraccio-Posters 

Θα πενθώ πάντα – μ' ακούς; -- για σένα,
μόνος,στον Παράδεισο
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
της παλάμης,η Μοίρα,σαν κλειδούχος.
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός.
Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι.
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

. . .

ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα.
Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
να μπαίνω σαν Πανσέληνος.
Από παντού,για το μικρό το πόδι σού μες στ' αχανή
σεντόνια.
Να μαδάω γιασεμιά κι έχω τη δύναμη
αποκοιμισμένη,να φυσώ να σε πηγαίνω
μες από φεγγαρά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες πού ασημίζουνε.

Ακουστά σ' έχουν τα κύματα.
Πώς χαϊδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ".
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο.
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά.
Το βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά.

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
τα δετά τριαντάφυλλα και το νερό πού κρυώνει.
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει.
Το γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού το ανοίγει εγώ.
Επειδή σ' αγαπώ.
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία πού το εξαργυρώνει.

. . . Πια δεν έχω τίποτε άλλο!
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα,
να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου.
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι.
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου.

ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς;
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς;
Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
μαχαίρι
Σαν κριάρι πού τρέχει μες στους ουρανούς
και των άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ' ακούς;
Είμαι εγώ, μ' ακούς;
Σ' αγαπώ, μ' ακούς;
Σε κρατώ και σε πάω και σού φορώ
το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς;
Πού μ' αφήνεις, πού πάς και ποιός, μ' ακούς,
σού κρατεί το χέρι πάνω απ' τούς κατακλυσμούς;

. . .

Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς;
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς;
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ' ακούς,
της αγάπης,
μια για πάντα το κόψαμε.
Και δεν γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς;
Σ' άλλη γη,σ'άλλο αστέρι, μ' ακούς;
Δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας
που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς;
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς,
να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς,
μες στη μέση της θάλασσας.
Από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ' ακούς,
ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς;
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
άκου,άκου!
Ποιός μιλεί στα νερά και ποιός κλαίει- ακούς;
ποιός γυρεύει τον άλλο,ποιός φωνάζει-ακούς;
Είμαι εγώ πού φωνάζω κι είμαι εγώ πού κλαίω, μ' ακούς;
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς;

 

                                                           Οδυσσέας Ελύτης

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

0 Comments:

 
Candy - Wordpress Themes is proudly powered by WordPress and themed by Mukkamu Templates Novo Blogger